γυμνῶν

γυμνῶν
γυμνάζω
train naked
fut part act masc voc sg
γυμνάζω
train naked
fut part act neut nom/voc/acc sg
γυμνάζω
train naked
fut part act masc nom sg (attic epic ionic)
γυμνός
naked
fem gen pl
γυμνός
naked
masc/neut gen pl
γυμνόω
strip naked
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
γυμνόω
strip naked
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
γυμνόω
strip naked
pres part act masc nom sg
γυμνόω
strip naked
pres inf act (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Ζερβός, Σκεύος — (Κάλυμνος 1875 – Αθήνα 1966). Γιατρός και πανεπιστημιακός. Σπούδασε ιατρική στα πανεπιστήμια της Αθήνας, του Μονάχου, του Βερολίνου και της Βιέννης. Αρχικά, εργάστηκε ως βοηθός και κατόπιν ως επιμελητής στον Ευαγγελισμό. Ταξίδεψε έπειτα στις ΗΠΑ …   Dictionary of Greek

  • обнажати — ОБНАЖА|ТИ (10), Ю, ѤТЬ гл. 1. Обнажать, делать нагим: плачеть || слезы изливающи. пазуху объимающи сесца обнажающи. ГБ XIV, 134а–б. 2. Открывать, раскрывать, обнаруживать чтол. Образн.: тако б҃жьствьныи. флави˫анъ злосмрадьныи ископавъ источьникъ …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • γυμνοπαιδική — γυμνοπαιδική, η (Α) χορός γυμνών αγοριών …   Dictionary of Greek

  • δάσωση — η [δασώνω] η δενδροφύτευση γυμνών εκτάσεων για την ανάπτυξη δάσους …   Dictionary of Greek

  • λωτός — I Κοινή ονομασία του φυτικού είδους Diospyrus kaki, της οικογένειας των εβενιδών (δικοτυλήδονα). Πρόκειται για δέντρο που φτάνει σε ύψος τα 14 μ. Χάρη στην ωραία κόμη του, με το σκούρο πράσινο, σχεδόν μεταλλικό χρώμα, εκτιμάται και ως… …   Dictionary of Greek

  • ομόκοιλα — τα, ή ομόκοιλοι, οι ζωολ. υπόταξη γυμνών σπόγγων τών οποίων η εσωτερική επιφάνεια τής πρωτόγονης γαστρικής κοιλότητας καλύπτεται εξ ολοκλήρου από χοανοκύτταρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. homocoela (< ομ(ο) * + κοίλος)] …   Dictionary of Greek

  • πορνεία — Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται η, κατόπιν χρηματικής αμοιβής, σεξουαλική επαφή ενός ατόμου με άλλο άτομο του ίδιου ή αντίθετου φύλου. Τα άτομα που ασκούν την π., σπάνια επιλέγουν τους «πελάτες» τους, οι οποίοι και αν δεν τους είναι εντελώς… …   Dictionary of Greek

  • πρωτοπλάστης — ο, Ν 1. βιολ. φυτικό ή βακτηριακό κύτταρο που δεν περιβάλλεται από περικυτταρικό σκληρό τοίχωμα 2. βοτ. (σχετικά με φυτικό κύτταρο) το κυτταρόπλασμα, ο πυρήνας, οι κυτταρικές μεμβράνες και τα κυτταρικά οργανίδια, χωρίς όμως το κυτταρικό τοίχωμα ή …   Dictionary of Greek

  • σάρκα — η / σάρξ, σαρκός, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύρξ Α 1. το μυώδες μέρος τού σώματος τών ανθρώπων και τών ζώων, το κρέας (α. «στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα / μυρίζονται τη σάρκα», Ελύτης β. «ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα», Ομ. Οδ.) 2. το μέρος αυτό τού… …   Dictionary of Greek

  • υαλόσπογγοι — οι, Ν ζωολ. μία από τις τρεις ομοταξίες σπόγγων, γνωστή και με την ονομασία εξακτινελλίδες, που, σύμφωνα με παλαιότερα συστήματα ταξινόμησης, αποτελούσε τάξη τών γυμνών σπόγγων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hyalospongiae (< ύαλος +… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”